Review: David Byrne Live

Via MEN 24

By Στέλιος Αρτεμάκης

Ήταν η τέλεια συναυλία! Είχε ό,τι επιθυμεί η ψυχή του κατατρεγμένου συναυλιόφιλου που έχει ψωνίσει ένα σχετικά τσιμπημένο εισιτήριο και τον τρώει το σαράκι της ακύρωσης, των επεισοδίων, των καθυστερήσεων και του κακού ήχου: Πληθώρα ηχοχρωμάτων, θεατρικά στοιχεία, ένα David Byrne να ηγείται ιδανικά σε φωνή-ηλεκτρική κιθάρα-χορευτικά, μια μπάντα να βγάζει μάτια με την εκτελεστική της δεινότητα, έναν ήχο ανήκουστο για ελληνικά δεδομένα, μια διοργάνωση πρωτοφανή για ελληνικά δεδομένα. Και αφού το δήλωσα, μπας και το «σώσω», ώρα για κριτική!

Γιατί κριτική; Γιατί, πλέον, αυτό το πράγμα με τη μουσική του τρίτου κόσμου να μπερδεύεται στα πόδια του rock δε μου λέει απολύτως τίποτα. Αυτά τα proper pop-rock songs (καμία διαφωνία περί τούτου), υπερφορτωμένα με άφθονα κρουστά σε αφρικανικούς ρυθμούς, μπορεί το 1981 να ήταν μουσική επανάσταση (μαζί με το sample) αλλά τώρα μου φαίνονται παντελώς εκτός τόπου και παντελώς εκτός χρόνου. Δε βλέπω απολύτως κανένα λόγο να αποτελούν υλικό για δίσκο («Everything That Happens Will Happen Today») που κυκλοφορεί το 2008. Και, από τη στιγμή που η τελευταία δουλειά και τα arrangements της κυριάρχησαν στον ελληνικό σταθμό της περιοδείας του David Byrne (Θέατρο Badminton, 6 Ιουλίου 2009), η δισκοκριτική αυτή είναι παράλληλα και κριτική συναυλίας.

Με το καλημέρα και το «Strange Overtones», το μυαλό μου, ασυναίσθητα, πάει σε γνωστή ταινία με Tom Cruise και την Elisabeth Sue πιτσιρίκα. Κάτι τα άσπρα κοστούμια (αντιρατσιστικοί συμβολισμοί... εντάξει το ξέρουμε), κάτι η σύνθεση (τρεις φωνές, ένα drum kit, αφρικάνικα percussion, keyboards και μια ηλεκτρική κιθάρα) μου θυμίζουν στυλιζαρισμένη μπάντα που συνοδεύει το κοκτέιλ Γερμανών βιομηχάνων σε εξωτικό θέρετρο των τροπικών. Το πέρασμα στο «I Zimbra» έρχεται με την προσθήκη ενός χορού τριών ατόμων που δίνει την εξτρά θεατρική διάσταση. Ούτε αυτή όμως, ούτε οι φανκ νότες είναι αρκετές για να ξορκίσουν τους ρυθμούς "Ταρζάν και Τζέιν" που με απωθούν τόσο πολύ. Σε αντίθεση με μένα, που είμαι το παραδείσιο πτηνό εκεί μέσα, τα ψιλοξενέρωτα και χωρίς καμιά αναφορά σε οποιοδήποτε σύγχρονο μουσικό βίωμα τραγουδάκια, ξεσηκώνουν το κοινό που αποτελείται κυρίως από το πάλαι ποτέ new wave κίνημα των 80’s (που ευτυχώς μετά από καιρό με κάνει να νιώθω νέος σε συναυλία) και το κάνουν να παραληρεί.

Το όλο σκηνικό μου μοιάζει ψυχαναγκαστικό, όπως έμοιαζε με το που βγήκε ο Byrne στη σκηνή: «Βλέπω κάποιους επαγγελματίες φωτογράφους…» λέει και εισπράττει ενθουσιώδες χειροκρότημα! «Αυτό που ακούσατε στην αρχή ήταν μηχάνημα. Πάρτε όσες φωτογραφίες και βίντεο θέλετε, χρησιμοποιείστε το κινητό για να δείτε τα email σας ή ότι άλλο κάνετε, δεν πρόκειται για συναυλία κλασσικής μουσικής», προτρέπει προκαλώντας αλαλαγμούς, χειροκροτήματα και ζητωκραυγές. Ή, όπως, λίγο αργότερα. Αφού έχει ξεπετάξει τα «One fine day», «Help me somebody» και «Houses In Motion», κάποιος από το κοινό του φωνάζει «Psychokiller». Ο Byrne απαντάει: «Ξέχασα να πω, ότι έχουμε μενού σήμερα… Αυτό ήταν στο μενού της προηγούμενης χρονιάς». Το φλέγμα του, αντί να αποδοκιμαστεί, πάλι ξεσηκώνει χειροκροτήματα. Ήμαρτον!

Στο «My Big Nurse», ευτυχώς το σκηνικό αλλάζει προς το «αμερικανέ ολέ»! Οι φωνές και τα percussion γίνονται ακουστικές κιθάρες και το «πέρασμα στην έρημο της Αριζόνα», είναι κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενο. Δεν κρατάει, όμως, για πολύ. Πάνω που πάω να πω ότι κάτι γίνεται, ξαναγυρνάμε στη "σαβάνα", η απογοήτευση μου με νικάει και είμαι έτοιμος να φάω το pda μου. «Είσαι τρελός;», σχολιάζει ένας φίλος . «Το σόου είναι καταπληκτικό, η ακουστική τέλεια και τα θεατρικά στοιχεία μοναδικά». «Πολύ ωραία όλα αυτά», σκέφτομαι, αλλά δεν είμαι έτοιμος ούτε για να πέσω για κάμψεις, πολύ περισσότερο να λιποθυμήσω από συγκίνηση.

Ευτυχώς, στα καπάκια έρχονται «My Big Hands», «Heaven» και το «Air». Κάπου εδώ ο «Psychokiller» του ακροατηρίου εκβιάζει πάλι για το ομώνυμο, μόνο για να απορριφθεί. Ακολουθούν τα «Never Thought» (από το deluxe edition του ETHWHT), «Crosseyed and Painless» και «Born Under Punches» και το σκηνικό για το highlight της βραδιάς έχει στηθεί: Στο “Once In a Lifetime” αναγκάζομαι να σηκωθώ αφού όλο το θέατρο είναι στο πόδι (άντε να παραδεχτώ πως γουστάρω και λίγο) και δε βλέπω τίποτα.

Το «Life During Wartime» έρχεται με ένα προβληματάκι στα πεντάλ του παραμορφωτή, εξαίρεση στον κανόνα μιας τέλειας ηχητικά συναυλίας, που όμως δεν απασχολεί ιδιαίτερα κανένα και το mainset κλείνει «αφρικάνικα» με «I Feel my Stuff». Τα τρία encore, παρακαλώ, είναι απάντηση στις προσευχές όλων πλην εμού, που τιμωρούμαι άνευ οίκτου (για τις μύχιες σκέψεις φυγής που κατακλύζουν τον εγκέφαλο μου) με το «Take me to the River». Πάλι ευτυχώς, ακολουθεί «The Great Curve» που κλείνει το πρώτο encore, «Road to Nowhere» που συνιστά το δεύτερο και «Burning down the house» που κλείνει τη βραδιά με (ψυχαναγκαστικά επιζητούμενη όπως σ’ εμένα, τουλάχιστον, φάνηκε) γενική οχλαγωγία.

December Radio David Byrne Presents: Arabia

More Info